“Υπό κατασκευήν σημαίες” του Θανάση Χατζόπουλου

του Σίμου Ανδρονίδη

«Μόνο στο όνομα του τόπου Ακούμε καθαρά το όνομα μας Μόνο στου καιρού το όνομα Φωνής πνοή και λόγου όρθρος Μόνο στο όνομα του λόγου Ακούμε καθαρά το όνομα μας Το πύρωμα του στο αίμα μας Μόνο στο όνομα του λόγου ζούμε (Θανάσης Χατζόπουλος, ‘11)

Το 2021, από τις εκδόσεις Πόλις, κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Θανάση Χατζόπουλου που εν προκειμένω φέρει τον τίτλο ‘Υπό κατασκευήν σημαίες.’[1] O ίδιος ο τίτλος της ποιητικής συλλογής, δεν εμπεριέχει κάτι το άμεσα ηρωικό ή επικό.

Αντιθέτως, σπεύδει να υποδηλώσει, υπογείως και με αλληγορική διάθεση πως, όπως οι σημαίες, έτσι και η ιστορία, βρίσκεται ‘υπό κατασκευή,’ ήτοι υπό εξέλιξη, εγγράφοντας εντός της το έντονο πρόσημο της αβεβαιότητας και της ρευστότητας.

Μορφολογικά, η ποιητική συλλογή του Θανάση Χατζόπουλου, αποτελείται από τρεις επιμέρους ενότητες: ‘Χάραμα στον Κεράτιο,’ ‘Κοινό Θνητοί,’ ‘Απόδειπνο στη Νεμποϊσα.’

Οι τρεις ενότητες συνθέτουν την ποιητική συλλογή, λειτουργώντας ως ένας ιδιαίτερος ‘καμβάς’ πάνω στον οποίο ο ποιητής καταθέτει ιδέες, μνήμες, πυκνά νοήματα και επίσης, στοχασμούς πάνω στην ιστορία και δη στην εξέλιξη της ελληνικής ιστορίας.

 Υπό αυτό το πρίσμα, θα σημειώσουμε  πως εντός της συλλογής ‘Υπό κατασκευήν σημαίες,’  καταθέτει μία σειρά στοχασμών, κάτι που επιχειρεί όμως δίχως να χάσει από τον ορίζοντα του την επιθυμία σύλληψης της ιστορίας ‘εν τω γίγνεσθαι,’ στο εγκάρσιο σημείο όπου, τα πρόσωπα που εμφανίζονται στη συλλογή (ιδίως στο ‘Απόδειπνο στη Νεμποϊσα’), εκτίθενται στις διαρκείς μεταβολές της, επενδύοντας συμβολικούς ‘πόρους’ προς την κατεύθυνση του να μπορέσουν να κατανοήσουν βαθύτερα το ό,τι ο θάνατος συνιστά κομμάτι της ‘βιογραφίας ζωής’ τους.

Η στοχαστική διάθεση εκκινεί από τις απαρχές κιόλας της συλλογής, εκεί όπου ο ποιητικός λόγος αναδεικνύει στην επιφάνεια, αφενός μεν έναν σύντομο ορισμό της πατρίδας, και, αφετέρου δε, το ό,τι η αλληλεπίδραση (που δεν καθίσταται στατική και μηχανική), του τόπου και της «παλαιάς γλώσσας», παραγάγουν ως αποτέλεσμα μία βαθύτερης έως βιωματικής αίσθηση ‘συν-ανήκειν.’

 Εδώ η γλώσσα είναι κάτι παραπάνω από την εύτακτη τοποθέτηση λέξεων, ακριβώς διότι, προσδιορίζεται βιωματικά και ιστορικά, (ή και δι-ιστορικά), όντας παράλληλα ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της ‘ελληνικότητας,’ η οποία εξελίσσεται στο χρόνο και περικλείεται σε μία γλώσσα ‘κοινή’: «Όχι, διόλου απόγονοι Μας υιοθέτησε μόνο ο τόπος στον καιρό Και τα σπαράγματα της παλαιάς γλώσσας Πατρίδα είναι ο τόπος της κοινότητας Ο τόπος της διαφοράς Οι αλαλαγμοί των νικητών Και ένα θρόισμα σπαρτών απ’ τις ψυχές που ανεβαίνουν».[2]

Μπορούμε να διακρίνουμε στον ορισμό περί ‘πατρίδας’ δύο επίπεδα: Το πρώτο αφορά την άμεση και ευθεία αναγνώριση του ό,τι η πατρίδα ‘είναι ο τόπος της κοινότητας’, κάτι που παραπέμπει στη διαμόρφωση και εξέλιξη ανά την ελλαδική επικράτεια, ιστορικά (ας μη διστάσουμε να συμπεριλάβουμε στην ανάλυση μας και τις διασπορικές ελληνικές, τοπικές κοινότητες), κοινοτήτων, στην ύπαρξη μίας συγκεκριμένης κουλτούρας καθώς και στους δεσμούς που αναπτύσσονται μεταξύ των μελών τους, με τις κοινότητες αυτές, εν ευρεία εννοία πλέον, να σπεύδουν να συμβάλλουν στην συγκρότηση της ‘πατρίδας’ (και όχι ως ‘ύστατο καταφύγιο’), με όρους μάλιστα θετικού αθροίσματος, για να δανεισθούμε έναν όρο από το πεδίο των Διεθνών Σχέσεων.

Το δεύτερο επίπεδο, έχει σχέση με τον προσδιορισμό της πατρίδας ως του ‘τόπου της διαφοράς,’ ήτοι ως τόπου ο οποίος ενέχει διαφορετικά ‘βιογραφικά,’ διαφορετικές κατευθύνσεις, διαφορετικές κουλτούρες (ακόμη και γλώσσες), οι οποίες όμως δεν αποκλίνουν με στεγανά από την κοινοτική αντίληψη περί πατρίδας,’ με τρόπο ώστε συνολικά πλέον, η πατρίδα να φέρει εντός της, σχεσιακά και διαλεκτικά, τόσο την κοινότητα όσο και την διαφορά.

Και είναι ακριβώς μέσω αυτής της συνύπαρξης, της ώσμωσης των αντιθέτων που μπορούν να αλληλοτροφοδοτούνται, η οποία διαδραματίζει ιδιαίτερο ρόλο στο να αποκτήσει η ‘πατρίδα’ ισχυρό αντίκτυπο.

Από την ενότητα ‘Χάραμα στον Κεράτιο,’ ο Θανάσης Χατζόπουλος, εκκινεί την σκιαγράφηση της ελληνικής ιστορίας, αποφεύγοντας την συνθηματολογία και τον εύκολο όσο και πομπώδη εντυπωσιασμό, τις πολλές πληροφορίες (πλην εξαιρέσεων, η ανωνυμία συνδράμει στην εξέλιξη της όλης ποιητικής αφήγησης), ενεργοποιώντας εμπρόθετα, ποιητικώ τω τρόπω, ό,τι απαιτείται ώστε η ιστορία να καταστεί απτή, λειτουργική (τα νοήματα της) και πρωτίστως επιδραστική.

Στο πρώτο ποίημα της ενότητας, που τιτλοφορείται ‘Ανατολική Όχθη,’ οι διακυβεύσεις μπορεί να είναι η συνύφανση των στρατηγικών της ‘επιβίωσης’ και της ‘συμβίωσης,’ η επιτέλεση της ένοπλης σύγκρουσης της οποίας οι προεκτάσεις ενίοτε υπερβαίνουν την συμμετοχή και τις προθέσεις των στρατιωτών.

Και αυτό είναι ένα από τα ειρωνικά παίγνια της ιστορίας, το οποίο προσεγγίζει βαθύτερα ο ποιητής: Το γεγονός δηλαδή πως μία ένοπλη σύγκρουση (ο πόλεμος), δύναται να παραγάγει ιστορία ή αλλιώς, να αποτελέσει ‘γεννήτορα’ ιστορίας, οι επιπτώσεις της οποίας, κρυμμένες σε αλαλαγμούς, θρήνους, θριάμβους και σημαίες (ας θυμηθούμε τον τίτλο της ποιητικής συλλογής), δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές.

 «Μεσάνυχτα από λέξεις κι ούτε ένα φως Ψηλά στον κουρνιαχτό που η μέρα φέρνει Να σβήσει στο νερό Μόνο ο Πορθητής γοργά από το Κέρας Κεντούσε με φεγγάρια τον σταυρό Δεν έμενε ούτε βλέφαρο ανοιχτό Μαζί μ’ εκείνα που για πάντα σφάλισαν Κι όμως εκείνος μέρες, γενιές τώρα, Αγρυπνούσε μοναχός, ίδιος σκιά Του εαυτού τους σέρνοντας τον τελευταίο χορό Σε αυτή την όχθη πριν λευκανθεί το φως Ώσπου μες στην οχλαγωγία στίφη απρόσκλητα, λεγεώνες Οι νεκροί και οι εχθροί, που δίχως να ‘χει ονειρευτεί, Είχε προστακτικά μες στην ειδή της αύριον αρνηθεί».[3]

Ο ποιητής γράφει ‘σπερματικά’  αντλώντας ερεθίσματα από το είδος εκείνο της ιστορίας το οποίο μπορεί να παραγάγει μνήμη, αποκλίνοντας από την γνωστή, περί ιστορίας και ιστορικών προσωπικοτήτων Μαρξική ρήση, έτσι όπως διατυπώνεται στη ’18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη’: «Ο Χέγκελ λέει κάπου ότι όλα τα γεγονότα και οι προσωπικότητες της ιστορίας εμφανίζονται ξανά με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Ξέχασε να προσθέσει: την πρώτη φορά ως τραγωδία, τη δεύτερη ως φάρσα».[4]

 Στις ‘Υπό κατασκευήν σημαίες,’ ο Θανάσης Χατζόπουλος, δεν εκλαμβάνει το ιστορικό γίγνεσθαι ούτε ως ‘τραγωδία’ ούτε ως ‘φάρσα,’ χωρίς επίσης, να παρελαύνουν μέσα στις σελίδες του ιστορικές προσωπικότητες όπως ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης οι οποίες ακροβατούν μεταξύ υπερβατικής προσδοκίας (δημιουργία και σταθεροποίηση της δεύτερης Γαλλικής Αυτοκρατορίας), και κατάρρευσης αυτής της προσδοκίας που διαβάζεται και ως ‘τραγωδία’ (Γαλλική ήττα στον Γαλλο-πρωσικό πόλεμο του 1870-1871).

Με αυτόν τον τρόπο, νοηματοδοτεί την ιστορία ως ‘έχει,’ έχοντας και μία πραγματιστική οπτική, ανασύρει τους τρόπους με τους οποίους επιδρά στη διαμόρφωση των κοινοτήτων, το πως συμπλέκεται με τις διάσπαρτες μικρο-αφηγήσεις (έχουμε αρκετές τέτοιες μέσα στο ‘Απόδειπνο στη Νεμπόϊσα), εξισορροπώντας μεταξύ πρόσληψης και μνήμης, και, αφήνοντας τεχνηέντως στον αναγνώστη τη δυνατότητα της επιλογής: Με ποιον ή με ποιους μπορεί να συνδεθεί; Με ποιο ‘έξυπνη’ στρατηγική μπορεί να αντλήσει συμπεράσματα από την ιστορία;

Και το ενδιαφέρον, είναι πως η έκβαση της ιστορίας μένει ανοιχτή, με το ποιητικό ‘υστερόγραφο’ να θέτει στο επίκεντρο τις λέξεις και την λειτουργία των λέξεων, ως βασικό ‘αντίδοτο’ απέναντι σε εκδοχές ιστορικής αμνησίας, τους διάφορους συλλογικούς αγώνες κάτω από τις ‘υπό κατασκευήν σημαίες,’ τις προσδοκίες και τις διαψεύσεις (οι ‘λέξεις στάχτη’), ως ίδιον ‘ελληνικότητας’: «Σκιά η σκλαβιά, κι ο λογισμός μου λάμψη Μάζεψα λέξεις πεταμένες καταγής: αγώνας, ελευθερία, έλληνας Τις έβαλα σε τάξη∙ οργάνωσα τη σκέψη μου Με τις λέξεις κουρέλια ήθελα κινήσω ξεσηκωμό Με πρόλαβε το τέλος∙ Η επανάσταση, λέξεις φωτιά και λέξεις στάχτη».[5]

Στις ‘Υπό κατασκευή σημαίες,’ τις οποίες σηκώνουν διάφοροι στο όνομα του ‘έθνους,’ των αγώνων του και των διαφόρων ταυτοτήτων του, η γλώσσα του ποιητή δεν τείνει προς μία ‘θυμική φόρτιση’ για να στραφούμε στον Ιταλό πολιτικό επιστήμονα Giovanni Sartori, όσο προς την κατεύθυνση της παραίνεσης που σημαίνει το να καταστούμε περισσότερο στοχαστικοί και συγκεκριμένοι όταν μελετάμε την ελληνική ιστορία ως τμήμα της ευρύτερης ευρωπαϊκής με την οποία αλληλεπιδρά.

Όσο οι σημαίες είναι υπό κατασκευή, άλλο τόσο μπορεί να είναι οι διάφορες ταυτότητες, μεταξύ αυτών και η εθνική, καθώς και η ιστορία, η οποία παραμένει, με έντονο τρόπο, under construction. Εν εξελίξει. Διαρκώς αφηγούμενη, ακόμη και την στιγμή που επιτελείται. Εν σχέσει με το αναίτιο.


Παραπομπές

[1] Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Υπό κατασκευήν σημαίες,’ Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα, 2021. Στις ‘Υπό κατασκευήν σημαίες,’ η ποίηση χρησιμοποιείται ως καθαυτό «αξία», για να παραπέμψουμε στην ανάλυση των Karen Simecek & Kate Rumbold, η οποία και συνδράμει στο να ‘φωτιστούν’ καλύτερα διάφορες πτυχές της ελληνικής ιστορίας. Παλαιότερης αλλά και νεότερης. Σε μία συνέντευξη του στην Χαριτίνη Μαλισσόβα, ο ποιητής παρέχει κάποιες χρήσιμες και κατατοπιστικές πληροφορίες σχετικά με τις ιστορικές περιόδους με τις οποίες καταπιάνεται. «Μια άτυπη τριλογία αποτελούν οι τρεις ενότητες του βιβλίου, όπου επανέρχομαι στην Ελληνική Ιστορία και δη στα προεπαναστατικά χρόνια. Χάραμα στον Κεράτιο, Κοινοί θνητοί και Απόδειπνο στη Νεμπόϊσα,’  οι τίτλοι των τριών ενοτήτων, χαρτογραφούν φασματικά το τέλος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, αφανών ηρώων και πεσόντων επί Τουρκοκρατίας και του Ρήγα Βελεστινλή, αντίστοιχα». Κατά τον ίδιο, η συλλογή  ‘Υπό κατασκευήν σημαίες’ συνιστά μία ιδιότυπη όσο και «άτυπη» ποιητική «τριλογία». Βλέπε σχετικά, ‘Θανάσης Χατζόπουλος: Ο τόπος και η ιστορία που μας περιέχουν είναι η περίμετρος και ο πυρήνας μας,’ Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Χαριτίνη Μαλισσόβα, ‘e-thessalia.gr,’ 09/05/2021, e-thessalia.gr/thanasis-chatzopoylos-o-topos-kai-i-istoria-poy-mas-periechoyn-einai-i-perimetros-kai-o-pyrinas-mas/ Βλέπε και, Simecek, Karen, & Rumbold, Kate, ‘The Uses of Poetry,’ Studies in Culture and Education, Volume 23, Issue 4, 2016, Διαθέσιμο στο: www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/1358684X.2016.1230300

[2] Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Υπό κατασκευήν σημαίες…ό.π., σελ. 8.

[3] Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Ανατολική Όχθη…ό.π., σελ. 11.

[4] Βλέπε σχετικά, Μαρξ Καρλ, ‘Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη,’ Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2012.

[5] Βλέπε σχετικά, Χατζόπουλος Θανάσης, ‘Υστερόγραφο post-mortem…ό.π., σελ. 85.

Σίμος Ανδρονίδης

Θανάσης Χατζόπουλος

Ο Θανάσης Χατζόπουλος γεννήθηκε το 1961 στο Αλιβέρι Ευβοίας, όπου έζησε μέχρι το 1978. Ελληνική επαρχία ο φυσικός χώρος και περιβάλλον με λόγιες επιρροές ως την οριστική μετοικεσία στην πρωτεύουσα, όπου σπουδάζει ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύεται στην παιδοψυχιατρική. Είναι ψυχαναλυτής, μέλος της Societe de Psychanalyse Freudienne (Παρίσι). Ποίηση και ψυχανάλυση είναι οι δύο όχθες ανάμεσα στις οποίες κινήθηκε μέχρι σήμερα στη ζωή και στην εργασία του. Εκτός από ποίηση γράφει δοκίμια και για τη λογοτεχνία που δημοσιεύονται σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Επίσης, μετέφρασε Γάλλους ποιητές και Άγγλους ψυχαναλυτές. Η ποίηση του έχει μεταφραστεί σε έντεκα γλώσσες) αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, καταλανικά, σουηδικά, λιβανικά, σλοβένικα, βουλγαρικά κ.ά). Το 2013 τιμήθηκε με το βραβείο του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Επίσης το ίδιο έτος βραβεύτηκε με το γαλλικό βραβείο ποίησης Max Jacob Etranger 2013 για το βιβλίο “Cellule”, σε μετάφραση Alexandre Zotos και Louis Martinez, δίγλωσση έκδοση από τις εκδόσεις Cheyne.Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως ψυχαναλυτής παιδιών και ενηλίκων.

Βραβεία:
Βραβείο Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών 2013
Max Jacob Étranger 2013

Βιβλία – Θανάσης Χατζόπουλος


Σίμος Ανδρονίδης

Ο Σίμος Ανδρονίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα σχετίζονται με τη θεωρία των πολιτικών κομμάτων, τη θεωρία του κράτους, τα εργατικά συνδικάτα, τη μελέτη του φασισμού-ναζισμού. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Δικτύου Ανάλυσης Πολιτικού λόγου.