«Η αμαρτία που με πονά »

Κάτω από τους ουρανούς οργώσαμε τη ζωή μας.
Οι γυναίκες, οι γηραιοί, τα παιδιά,
το άλογο το διαβατάρικο, μαζί τους κι εγώ
και το από καιρό ριγμένο στη γη, άστρο του μόχθου μας.
Με τα κάρα μας διασχίσαμε τον ήλιο.
Τα βαθιά αυλάκια που στο διάβα μας αφήσαμε τα ονομάσαμε χρόνο.
Κάπου στα μισά είπαμε να ξαποστάσουμε.
Ήπιαμε νερό ο ένας από τα χείλη του άλλου,
ζυμώσαμε από την άμμο ψωμί,
το ραντίσαμε με αγάπη
και μοσχοβόλησε η ερημιά άνθρωπο και ελπίδα.
Φτιάξαμε πρόχειρα σπίτια δίχως στέγες.
Στο ταβάνι μας κατοικούσε η Μικρή Άρκτος.
Κάναμε έρωτα. Τραγουδούσαμε.
Γέμισε η νύχτα με πουλιά, οι ψυχές μας παιδικά χαμόγελα
και οι χούφτες μας με λεβεντιά και συγχώρεση
Έπειτα νιώσαμε πως αυτό δεν ήταν αρκετό.
Συνεχίσαμε το δρόμο μας.
Αργότερα μας ακολούθησαν κι άλλοι.
Οργανωθήκαμε.
Οραματιστήκαμε οικισμούς.
Τους χτίσαμε
Ονειρευτήκαμε νόμους.
Τους φτιάξαμε.
Ονειρευτήκαμε πολυτέλεια.
Την αποκτήσαμε.
Επιθυμήσαμε εξουσία.
Την κερδίσαμε.
Νιώσαμε την ανάγκη να τη διατηρήσουμε.
Φτιάξαμε πανίσχυρα όπλα.
Ωρίμασε και ο φόβος.
Τώρα, χρόνια μετά, άκαμπτοι και γερασμένοι
καθόμαστε στο χρυσό θρόνο μας
και από ένα μικρό παράθυρο ατενίζουμε τον ουρανό.
Η Μικρή Άρκτος δεν χωράει πια στα όνειρά μας,
ενώ η λεβεντιά και η συγχώρεση αντικαταστάθηκαν
με μοναξιά και απομόνωση.
Το γέλιο μας θάφτηκε βαθιά στη σάρκα,
ενώ τα πουλιά δεν μας επισκέπτονται πια.
Ο έρωτας έγινε διεκπεραίωση,
ενώ το ταξίδι υποτάχθηκε στις επιθυμίες μας.
Σκοπός μου δεν είναι να κατακρίνω την πορεία.
Δεν είναι αμαρτία η εξέλιξη.
Η κλεμμένη ευτυχία ετούτης της εξέλιξης,
είναι η αμαρτία που με πονά.

Βασίλης Κοκκώνης

Βασίλης Κοκκώνης (Ποιητής, Ζωγράφος, Γλύπτης, Κριτικός θεάτρου) – Βιογραφικό