«Πέρασε πιὰ ὁ καιρὸς τῶν ἀνταγωνισμῶν στερέψανε οἱ ἐπιθυμίες»

Γιάννης Ρίτσος (1 Μαΐου 1909 – 11 Νοεμβρίου 1990) 

* * * * * * * * * * * * * * * * *

Ἴσως ἐκεῖ ποὺ κάποιος ἀντιστέκεται χωρὶς ἐλπίδα,
ἴσως ἐκεῖ νὰ ἀρχίζει ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία, ποῦ λέμε,
κ΄ ἡ ὀμορφιὰ τοῦ ἀνθρώπου …

Τοιχογραφία με τη μορφή του Γιάννη Ρίτσου στον Άη Στράτη, του καλλιτέχνη Pupet.Τοιχογραφία με τη μορφή του Γιάννη Ρίτσου στον Άη Στράτη, του καλλιτέχνη Pupet.

«Πέρασε πιὰ ὁ καιρὸς τῶν ἀνταγωνισμῶν στερέψανε οἱ ἐπιθυμίες. Ίσως μποροῦμε τώρα νὰ κοιτάξουμε μαζὶ τὸ ἴδιο σημεῖο τῆς ματαιότητας ὅπου, θαρρῶ, πραγματοποιοῦνται οἱ μόνες σωστὲς συναντήσεις – ἔστω ἀδιάφορες, μὰ πάντα πραϋντικὲς -ἡ νέα κοινότητά μας, ἔρημη, ἥσυχη, ἄδεια, χωρὶς μετακινήσεις κι ἀντιθέσεις,- ν’ ἀναδεύουμε μόνο τὴ στάχτη στὸ τζάκι, φτιάχνοντας πότε-πότε μὲ τὴ στάχτη ψηλόλιγνες, ὡραῖες τεφροδόχες, ἤ, καθισμένοι κατάχαμα, νὰ χτυπᾶμε τὸ χῶμα μὲ ἄηχες παλάμες.

Λίγο-λίγο τὰ πράγματα χάσαν τὴ σημασία τους, ἀδειάσαν ἄλλωστε μήπως εἶχαν ποτὲ τους καμμιὰ σημασία; -χαλαρωμένα, κούφια. Έμεῖς τὰ γεμίζαμε μὲ ἄχυρο ἤ πίτουρο, νὰ πάρουν σχῆμα, νὰ πυκνώσουν, νὰ στεριώσουν, νὰ σταθοῦν, – τὰ τραπέζια, οἱ καρέκλες, τὰ κρεββάτια ποὺ πάνω τους πλαγιάζαμε, τὰ λογία- πάντοτε κούφια σὰν τὰ πανένια σακκούλια, σὰν τὶς λινάτσες τῶν ἐμπόρων- ἀπ’ ὄξω κιόλας ξεχωρίζεις τὰ προϊόντα ποὺ περιέχουν πατάτες ἤ κρεμμύδια, στάρι, καλαμπόκι, μύγδαλα ἤ ἀλεῦρι. Οἱ λέξεις τώρα δὲ μοὔρχονται ἀπὸ μόνες τους -τὶς ψάχνω, σὰ νὰ μεταφράζω ἀπὸ μιὰ γλώσσα ποὺ δὲν ξέρω,- ὡστόσο μεταφράζω. Ἀνάμεσα στὶς λέξεις, ἤ καὶ μέσα στὶς λέξεις, μένουν τρύπες βαθειές. Κοιτάω μὲς ἀπ’ αὐτὲς τὶς τρύπες σὰ νὰ κοιτάω μὲς ἀπ’ τοὺς ρόζους ποὺ ἔχουν πέσει ἀπ’ τὰ σανίδια μιᾶς πόρτας κατάκλειστης, καρφωμένης ἐδῶ καὶ αἰῶνες. Τίποτα δὲ βλέπω.

Ὄχι πιὰ λέξεις καὶ ὀνόματα. Κάτι ἤχους μονάχα ξεχωρίζω -ἕνα ἀσημένιο κηροπήγιο ἤ ἕνα κρυστάλλινο ἀνθογυάλι ἠχεῖ ἀπὸ μόνο του καὶ ξαφνικὰ σωπαίνει κάνοντας πὼς δὲν ξέρει τίποτα, πὼς δὲν κουδούνισε αὐτό, πὼς κανένας δὲν τὄχε ἀγγίξει, πὼς κανένας δὲν πέρασε πλάϊ του. Ἕνα φόρεμα σωριάζεται μαλακὰ ἀπ’ τὴν καρέκλα στὸ πάτωμα, μεταθέτοντας τὴν προσοχὴ ἀπ’ τὸν προηγούμενο ἦχο στὴν ἁπλότητα τοῦ τίποτα. Ὡστόσο ἡ ἰδέα μιᾶς σιωπηλῆς συνωμοσίας, παρ’ ὅτι διαλυμένη στὸν ἀέρα, ἐπιπλέει πυκνωμένη σ’ ἕνα ἐπίπεδο πιὸ πάνω, σχεδὸν σταθμητή, τόσο ποὺ αἰσθάνεται τὸ χάραγμα τῶν ρυτίδων νὰ βαθαίνει πλάϊ στὰ χείλη σου ἀπ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν παρουσία ἑνὸς παρείσακτου ποὺ παίρνει τὴ θέση σου μεταβάλλοντας ἐσένα σὲ παρείσακτο, ἐδῶ στὸ κρεββάτι σου, στὴν κάμαρά σου».

« Ὤ, βέβαια, θὰ πρέπει πολὺ νὰ γεράσουμε, πολύ, ὥσπου νὰ γίνουμε δίκαιοι, νὰ φτάσουμε ἐκείνη τὴν ἥμερη ἀμεροληψία, τὴ γλυκειὰ ἀνιδιοτέλεια στὶς συγκρίσεις, στὶς κρίσεις, ὅταν δικό μας πιὰ μερτικὸ δὲν ὑπάρχει σὲ τίποτα πάρεξ σ’ αὐτὴ τὴν ἡσυχία. Ἅ, ναί, πόσες ἀνόητες μάχες, ἡρωϊσμοί, φιλοδοξίες, ὑπεροψίες, θυσίες καὶ ἧττες καὶ ἧττες, κι ἄλλες μάχες, γιὰ πράγματα ποὺ κιόλας εἴταν ἀπὸ ἄλλους ἀποφασισμένα, ὅταν λείπαμε ἐμεῖς. Καὶ οἱ ἄνθρωποι, ἀθῶοι, νὰ χώνουν τὶς φουρκέτες τῶν μαλλιῶν μὲς στὰ μάτια τους, νὰ χτυποῦν τὸ κεφάλι στὸν πανύψηλο τοῖχο, γνωρίζοντας βέβαια πὼς ὃ τοῖχος δὲν πέφτει οὔτε ραγίζει κάν, νὰ δοῦν τουλάχιστον μὲς ἀπὸ μιὰ χαραμάδα λίγο γαλάζιο ἀσκίαστο ἀπ’ τὸ χρόνο καὶ τὴ σκιά τους.

 Ὡστόσο -ποιὸς ξέρει- ἴσως ἐκεῖ ποὺ κάποιος ἀντιστέκεται χωρὶς ἐλπίδα, ἴσως ἐκεῖ νὰ ἀρχίζει ἡ ἀνθρώπινη ἱστορία, ποὺ λέμε, κι ἡ ὀμορφιὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀνάμεσα σὲ σκουριασμένα σίδερα καὶ κόκκαλα ταύρων καὶ ἀλόγων, ἀνάμεσα σὲ πανάρχαιους τρίποδες ὅπου καίγεται ἀκόμα λίγη δάφνη κι ὁ καπνὸς ἀνεβαίνει ξεφτώντας στὸ λιόγερμα σὰ χρυσόμαλλο δέρας».

Γιάννης Ρίτσος

Αποσπάσματα από την «ΕΛΕΝΗ» 2002
(Η «Ελένη», ένας από τους πιο συγκλονιστικούς γυναικείους μονολόγους)

Επιμέλεια δημοσίευσης Ευμορφία Καλύβα