«Πεμπτωδία»

 


[Το δωμάτιο πλατεία,
πότε γεμάτη κόσμο και γέλια
πότε χειμωνιάτικη, ερημική, παγωμένη…
Η Μοναξιά ζητά …
Μένω ευχάριστα εκεί που άλλοτε τρόμαζα
και πάλι φόβους πολεμώ.
Μα όχι τους δικούς μου.
Οι μοναξιές έγιναν πολλές,
αντηχούν τύμπανα πολέμου,
μα πάλι μένω ακλόνητη και απερίσπαστη!]

 

[I]

Μυδράλια και λαούτα τη μονωδία στολίζουν,
ασπρόμαυρο σκίτσο της ζωής μας,
μελωδία μοιάζει,
μουσική επένδυση σκελετωμένων παραισθήσεων,
αυτές που δεν βρήκαν αλκοολούχο να τρυπώσουν.

Η αλήθεια μας χρυσοκεντημένη ευμάρεια…
υποκρισία ανελέητη
να μείνουν όλα στη θέση τους.

[II]

Στο ρυάκι που κατεβαίνει την πλαγιά ήσυχα
στις αγριεμένες διαβρώσεις βρίσκω τη ζωή,
στα μικρά χαλίκια που συγκρατούν τις όχθες,
στροβιλίζομαι στου καιρού τους φράχτες
περιμένοντας τους κρατήρες να ανοίξουν πυρ.

Μικρές πανάδες του τοπίου οι οάσεις
άρρωστη εποχή ο ήλιος την καίει.
Έρημος!

[III]

Η μοναξιά μας χαριεντίζεται
με το περιπαιχτικό αγέρι λέξεων,
όσων τρυπώνουν από τις χαραμάδες του δωματίου.
Την πόρτα, ο βαφτιστικός μου σταυρός,
προσπαθεί μάταια να ξεκλειδώσει…

Μια γνωριμία ήταν με τον κόσμο…

Η πόρτα ανοιχτή μα τίποτα δεν έμπαινε μέσα …
Όλα έψαχναν χαραμάδες!
Σαν φως άυλο να ζήσουν στα ψέματα
σαν παιχνίδι παιδικό που τελειώνει
κι αφήνει πίσω σκόνη να αιωρείται…

[IV]

Σ΄ ένα ταξίδι θανάτου
στο βαγόνι με τα κόκκινα βελούδινα καθίσματα.
Εκεί που οξυγόνο δεν θα χρειάζεται
και το άγγιγμα θα είναι στο βλέμμα
και το φως θα είμαστε εμείς
ούτε πουλιά, ούτε ρίζες θα είμαστε
ούτε νερό, ούτε φιλιά.

[V]

Μόνο φως να είμαι επιθυμώ,
κι από το δωμάτιο να φεύγω
και από τη θάλασσα
κι από τα κρυφά σπήλαια της προϊστορίας
κι από τα ματωμένα χέρια
και της δόξας τη μολυσμένη οδό.

Μόνο φως να είμαι επιθυμώ,
πριν πάρω τον τελευταίο δρόμο
για του έρωτά μου το άστρο
μυστικά να χαϊδέψω τις χορδές που δεν άγγιξα,
να αφήσω στοργικά πάνω στο σύννεφο
λυγμούς που μάζευα από κάθε πλήκτρο πληγωμένο.

[Έλα στο δωμάτιο, η πόρτα είναι ανοιχτή…]

Ευμορφία Καλύβα 

(Από τη Συλλογή «Αίμα και μέλι»)

 

Ευμορφία Καλύβα (Ποιήτρια – Γεωλόγος) – Βιογραφία