«Φαγιούμ»

Το τώρα κατατρώει τα πάντα· το χτες, το αύριο, τις αναμνήσεις, τα όνειρα.

Ο τρίπτυχος χρόνος συμπυκνώνεται, σε μια στιγμή, σ’ ένα παρόν δίχως βαρύτητα, χωρίς διάρκεια, δίχως μέλλον.

Έχουν παραβιαστεί οι βιορυθμοί του χρόνου.

Μα κάποιοι, να μην τους καταπιεί η λάσπη, αγωνιούν και παλεύουν.

Απ’ την υπόγεια Καντάθ κι απ’ το Σαγκάρ Μάθα, με την τεχνολογία του αιθέρα, την αντιβαρυτική και τα ηλεκτρομαγνητικά πλέγματα, πολιορκούν το μυαλό και την ανθρώπινη ψυχή.

Άνθρωποι κουμπιά, με μικροτσίπ μέσα τους, τηλενευρώνες, έχουν βλαστήσει παντού. Η μόνη τους έπαρση, να θαυμάζουν τα βεγγαλικά.

Όλα τείνουν να γίνουν ένας χυλός. Σώματα, σ’ άψυχες ψυχές.

Μα κάποιοι, να μην τους καταπιεί η λάσπη, αγωνιούν και παλεύουν.

Σ’ ένα τοπίο με δίχως λουλούδια, όπου το χώμα είναι ξερό και η στο βάθος θάλασσα δείχνει χωρίς αύρες, δίχως πουλιά, γκρίζα μέσα στη θλίψη τους παιδιά μεταφέρουν σκυφτά, μ’ ένα αυτοσχέδιο φορείο, τον τεθνεώτα άγγελο, σε μνήμης μνήμα να τον εναποθέσουν.

Μα, πως τα Φαγιούμ* μια μέρα θα ξυπνήσουν μνήμες ονείρων και αναμνήσια, φοβούνται οι μεταλλαγμένοι και μεθοδεύουν τάχιστα την επιβολή της καύσης των νεκρών.

Κάποιοι όμως αγωνιούν και παλεύουν, να μην τους καταπιεί η λάσπη. «Ουμούντου γκουμούντου ουμπάντου»: «Είμαι γιατί είμαστε», λένε (σαν τους Ζουλού).

Κι αυτοί, οι έσχατοι, έσονται πρώτοι. Αμήν.

Αντώνης Σαμιωτάκης

[Εικόνα από: Προσωπογραφία κοριτσιού με στεφάνι ελιάς, 2ος αιώνας ]

[*] Φαγιούμ:
Με τον όρο πορτραίτα Φαγιούμ εννοείται το σώμα των προσωπογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν από τον 1ο έως τον 3ο αιώνα από συνεχιστές της ύστερης ελληνιστικής παράδοσης της Αλεξανδρινής Σχολής και διασώθηκαν ως τη σημερινή εποχή.
Τα πορτραίτα ανακάλυψε και ανέφερε πρώτος ο Ιταλός περιηγητής Πιέτρο ντελα Βάλλε (Pietro Della Valle) το 1615. Αυτά τα νεκρικά πορτραίτα, προορισμένα για ταφική χρήση, πήραν το όνομά τους από την όαση Φαγιούμ, 85 χλμ νότια του Καΐρου, επειδή εκεί ανακαλύφθηκαν τυχαία τα πρώτα δείγματά τους.

 

Αντώνης Σαμιωτάκης (Ποιητής, Κριτικός Λογοτεχνίας) – Βιογραφία