Μικρή περιδιάβασή μου στα «… καρδιόσχημα!» της Όλγα Αχειμάστου
του 
Αντώνη Σαμιωτάκη


Γεννήθηκε σε μια γειτονιά, που οι κήποι είχαν τριαντάφυλλα και γιασεμιά, μπιγκόνιες και γαζίες, κι έτσι όταν κατέφθανε η βροχή κι ο μαύρος άνεμος διασταυρώνονταν με τ’ άνθη, μια αλαφροΐσκιωτη θλίψη και χαρά, μια χαρμολύπη αλλόκοτη φόρτιζαν τη συναισθηματική της νοημοσύνη.

Ήταν καλή μαθήτρια, ζωγράφιζε παγκάκια σε αλέες, απήγγειλε ποιήματα, έπαιρνε μέρος σε θεατρικά, άκουγε Κάλλας και Δανάη, καθώς και Νούρο, Εσκενάζυ και Νταλγκά, κι έτσι η αισθητική νοημοσύνη έγινε ακροκέραμο και λίθος σμιλτός στο δώμα της ψυχής της.

Γνώρισε αδίκια, αγριεμούς, βαριές αντάρες στης ζωής το αρμολόϊ. Πνίγηκε, θύμωσε, βόγκηξε, φώναξε, μα κράτησε την ανάσα της βαθιά -κι είναι του θαύματος έτσι- και “είδε” και “οίδε”. Τι θα μπορούσε να είναι πιο ανατρεπτικό, που η απώλεια να γίνει απαντοχή κι ελπίδα; Συνέδεσε έτσι και συνέθεσε την ηθική της νοημοσύνη.

Η ποιήτρια Όλγα Αχειμάστου, προτού γίνει ποιήτρια, βρήκε την ψίχα της ψυχής της: Συναισθηματική, αισθητική, ηθική νοημοσύνη.Ένας πλούτος πάμπλουτος. Βαθιά ψυχή. Τι άλλο ν’ αποζητούσε, για ν’ αναβλύσουν οι πηγές, να πετροπελεκηθούν οι ώριες κρήνες, να δροσοτρέξουν τα αγιάσματα της ποίησης; Είχε πια όλα εκείνα τα ωραία της σιγαλής κρυφής συνομιλίας μ’ ένα δέντρο, μ’ ένα πουλί, μ’ ένα φτερό με μια χρυσόμυγα, μ’ ένα δάκρυ, μ’ ένα φιλί. Μια φωτολουσία ζούσε μες στο σύμπαν της, που πλέκονταν σε γιασεμιάτικα στεφάνια.Αααα, τι μοσχοβολιά! Μια κρυσταλλοπηγή ανάβρυζε στα σωθικά της, σαν Κασταλία, σαν Ιπποκρήνη, κι ήταν το κελάρυσμα, του Φήμιου, του Λίνου, του Ορφέα μέλπη μελιού ερωτικά.

Κι ήρθαν τα ‘’…καρδιόσχημα’’. Τι άλλο θα μπορούσε καλπαστί να εκκινήσει για τον Ελικώνα, απ’ την τρέλα της τρέλας, απ’ την κόλαση της κλαίουσας φωτιάς, απ’ την αγάπη, την αυταπάτη, την πληγή; Αναπαυτήριος έρωτας… Με όδυρμούς… έρωτας. Με κουρνιαχτούς άσχιστος. Νεφελογενής και φωτοφόρος. Έρωτας. Κτιστός και άκτιστος….

“… καρδιόσχημα”, πάνω στο κόκκινο το κατακόκκινο, μια περιφλεγής, παλλόμενη καρδιά, πολιορκώντας τις σελίδες, θ’αφήσει σημάδια παράφορα και άσμενα, παυσίλυπα και παραισθητικά. Δεν είναι τυχαίο που, λες κι ωσάν ο “γεωμέτρης” Καντίνσκυ, ο Κλέε, ο Μιρώ, με τις βιντάζ εκδοχές τους, να όρισαν έναν βυθό και πάνω του, ολούθε κι ολοτρόγυρα ουλαμοί λέξεων να περιδινίζονται και να πυρπολούν. Γιατί, με τις ρομαντικές και υπερρεαλιστικές του ροπές ο λόγος, είτε ληπτός, είτε αναζητούμενος, κρατάει σταθερά τους δυνατούς κραδασμούς του πυρρίχιου. Πόθοι, βαθιές ρωγμές, πλεγμένα σώματα, πλανεμένες προσμονές, προδομένη και πολυφίλητη αγάπη! Και άσμενα, κι απρόσμενα, πολύτιμα και πολυφιλημένα, σαν την αυγή και τη νύχτα, πάντα πυρίπνοα και πυρπολημένα.

Η Λευκάδια ποιήτρια, με τις Ιώνιες καταβολές, με τα μπόλια μιας δύσης και μιας ανατολής, με μια πνευματικότητα δεδουλευμένη, π’ άρχισε πια να ’ρχεται από μέσα της, ξάνοιξε το ποιητικό της ταξίδι, με πλούσια πραμάτεια, με διαλεκτές προμήθειες.

Γλωσσικός πολυσυλλεκτισμός. Αγωνία για τις λέξεις. Εγκαρτερώντας, τις συλλαμβάνει. Εγκυμονώντας, τις επιγεννά. Υπάρχουν στα έγκατα, τις εξορύσσει. Είναι έγκλειστες, τις λευτερώνει. Πετούν; Επιδέξια τις μαγεύει, τις δίνονται, και απομαγεμένες τις ξαναφήνει. Λέξεις από παντού, έναστρες, ειδύλλιες, του χου και του αιμάτου. Λέξεις έμφορτες, με δοξάρι στην ηχώ τους, με μετάξι στην αφή τους, και με γρέζι, με έξαψη, εσταυρωμένες και εσκαπτικές.

Μα και λέξεις, και φράσεις και ποίηση με νοηματική ακριβοσύνη. Θα πρέπει εδώ να ενθέσω ένα μικρό δοκιμιακό μου σχόλιο, χάριν της θέσης μου, αλλά και της ποιήτριας. «Σ’ ένα ποίημα δεν πρέπει να περισσεύει ούτε ένα κόμμα. Όμως σήμερα βλέπουμε….. Πονούν τα μάτια μας! Αβασάνιστες λέξεις, χύμα. Έτσι πιθανολογούν το βαθυστόχαστο. Τι χρειάζονται ακόμα και τα σημεία στίξης; Ανοίγουν το παράθυρο και όλα ρέουν. Να αναζητήσουμε, λέει, τα σωθικά τους. Αυτοί κάνουν ποίηση. Υποχρέωσή μας να βρούμε τον άγιο Χουρχούρη. Αλίμονο!!!! Αλίμονο σ’ εμάς; Σ’ εκείνους; Μάλλον στην ποίηση…». Η ποιήτρια Όλγα Αχειμάστου δεν αποποιείται κανένα ρεύμα, καμμιά σχολή. Προφανώς σκέφτεται πως, αν ο Εμπειρίκος κάνει υπερρεαλισμό και ο Ελύτης επίσης, όπου μιλούν τα “σωθικά”, εντούτοις ο Ελύτης σε αντίθεση με τον Εμπειρίκο είναι ανεμογεννημένος μεν, αλλά απίστευτα λυρικός και καταληπτός. Η Λευκάδια ποιήτρια, μακριά από αστροναυτικές ετερολογίες και ερωτικές εξομολογήσεις με το πλαγκτόν, άφησε τα αυτόματα σκιρτήματα της καρδιάς να δώσουν ποιήματα ρέοντα κι αληθινά. Οι εξορυγμένες λέξεις της, τρυφερές, μετέωρες, δυναμικές, άγνωστες και γνωστές, σε καλούν να εισχωρήσεις σ’ έναν αληθινό άνθρωπο. Στον άνθρωπο που μνέσκει πάνω στη γη μας λαβωμένος από τον έρωτα, απ’ τη θλίψη, απ’ το χρόνο, απ’ τον κυνισμό. Που αναζητά πόντο πόντο το είναι του. Όχι μ’ ακροβασίες, κι αεροπλανικά, αλλά μόριο το μόριο, κβάντο το κβάντο, ψαχουλιστά, ψιχαλιστά, ως τη μεγάλη βροχή, ως τον κατακλυσμό της θείας αλήθειας.

Ο τοξοβόλος έρωτας έριξε το πρώτο του βέλος. Η καρδιά τρυπημένη άφησε το χρώμα της πάνω στο πρώτο φύλλο. Ανοίξτε “τα καρδιόσχημα”. Άρχισαν να τραγουδούν…

Αντώνης Σαμιωτάκης

Αντώνης Σαμιωτάκης (Ποιητής, Κριτικός Λογοτεχνίας) – Βιογραφία